Ρυθμίσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη
| Πηγή | |
| Επίπεδο | |
| Κατάσταση | |
| ID | GR-5293 |
Περίληψη
Νόμος 5293 — Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ρυθμίσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη
Επίσημο κείμενο και έγγραφα
ΦΕΚ Α 57/07.04.2026 — Ν. 5293/2026
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Άρθρο 1 Σκοπός
Σκοπός του παρόντος είναι: α) η απλούστευση διαδικασιών, η ταχύτερη διεκπεραίωση των αιτημάτων των διοικουμένων από τη Διοί-κηση και η δυνατότητα διαρκούς και απομακρυσμένης ενημέρωσης των πολιτών για τις υποθέσεις τους προς διευκόλυνση των ίδιων, αλλά και των υπαλλήλων, β) η ταχύτερη συμμόρφωση της Διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις και η αποφυγή εμπλοκής του πολίτη σε επιβαρυντικές γι’ αυτόν περαιτέρω δικαστικές διαδικασίες, γ) η άμεση και οριστική ικανοποίηση αξιώσεων για πρόσωπα που έχουν υποστεί βλάβη από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του Κράτους και έχουν δικαιωθεί κατόπιν δικαστικών αποφάσεων, και δ) η απλοποίηση και η ταχύτερη ολοκλήρωση της διαδικασίας σύστασης και μεταβίβασης εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, καθώς και η προσαρμογή της στις σύγχρονες συναλλακτικές συνθήκες.
Άρθρο 2 Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος είναι: α) η σύμπραξη της Διοίκησης με πιστοποιημένους επαγγελματίες, β) η αντικατάσταση των δικαιολογητικών με υπεύθυνη δήλωση, γ) η ψηφιακή ενημέρωση των διοικουμένων για την πορεία των υποθέσεών τους, δ) η υποχρεωτική ανάρτηση εγκυκλίων οδηγιών ανά θεματική ενότητα, ε) η ψηφιακή ενημέρωση για τα ωράρια λειτουργίας των φορέων του Δημοσίου, στ) η πρόβλεψη διοικητικού μηχανισμού για τη συμμόρφωση της Διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις, ζ) η δυνατότητα υποβολής καταγγελιών για διαφθορά ή κακοδιοίκηση στον Σύμβουλο Ακεραιότητας και η διαχείρισή τους από αυτόν, η) η εξέταση ενδικοφανών προσφυγών από κεντρικό όργανο για λόγους ενιαίας εφαρμογής της νομοθεσίας, θ) η μη άσκηση ενδίκων μέσων από τους φορείς Κεντρικής Κυβέρνησης σε δικαστικές διαφορές με ιδιαί-τερη κοινωνική σημασία, ι) η αποχή του Δημοσίου, υπό προϋποθέσεις, από τη διεκδίκηση ακινήτων πολιτών, ια) η δυνατότητα πληρωμής του φόρου κληρονομίας, δωρεάς ή γονικής παροχής κατά τη μεταβίβαση ακινήτου και ιβ) η δυνατότητα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων να απελευθερώνει οριστικά τη μεταβίβαση κατασχεμένου ακινήτου. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E 2267 Τεύχος A’ 57/07.04.2026
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Άρθρο 3 Αντικατάσταση δικαιολογητικών με υπεύθυνη δήλωση - Αντικατάσταση παρ. 6 και προσθήκη παρ. 7, 8 και 9 στο άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας - Εξουσιοδοτική διάταξη
- Η παρ. 6 του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), περί αιτήσεων προς τη Διοίκηση, αντικαθίσταται ως εξής: «6. Όταν, για να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτήματος του ενδιαφερο-μένου, φυσικού ή νομικού προσώπου, απαιτούνται δικαιολογητικά, πιστοποιητικά, βεβαιώσεις, άλλα έγγραφα ή στοιχεία που τηρούνται σε αρχεία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και αυτά δεν μπορούν να αντληθούν αυτεπαγγέλτως, μέσω διαλειτουργικότητας ή άλλης διαδικασίας άμεσης λήψης, από την αρμόδια υπηρεσία, ο ενδιαφερόμενος δύ-ναται να αντικαθιστά, όλα ή μερικά από αυτά, με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α’ 75), η οποία χορηγείται, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, από την αρμόδια υπηρεσία. Με την υπεύθυνη δήλωση ο ενδιαφερόμενος δηλώνει ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία προϋποθέσεις για την ικανο-ποίηση του αιτήματός του που συνδέονται με τα δικαιολογητικά του πρώτου εδαφίου. Η αρμόδια υπηρεσία: α) Αν από την έκδοση της διοικητικής πράξης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Δημοσίου, οργανι-σμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εκδίδει, αμέσως μετά την υποβολή του αιτήματος και της υπεύθυνης δήλωσης του ενδιαφερομένου, τη διοικητική πράξη με την οποία αποδέχεται το αίτημά του και αναζητεί αμελλητί τις πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά από τα αντίστοιχα αρχεία των υπηρε-σιών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Μετά από τη λήψη των σχετικών πληροφοριών ή δικαιολογητικών, η αρμόδια υπηρεσία ελέγχει την ακρίβεια της υπεύθυνης δήλωσης το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή του αιτήματος. β) Αν από την έκδοση της διοικητικής πράξης προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Δημοσίου, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αναζητεί αμελλητί τις σχετικές πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά και, σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως εάν αυτά έχουν παραληφθεί, εκδίδει τη διοικητική πράξη εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της αίτησης. Αν η προθεσμία παρέλθει χωρίς να έχουν περιέλθει στην αρμόδια υπηρεσία τα αιτούμενα δικαιολογητικά, η αρμόδια υπηρεσία ελέγχει την ακρίβεια της υπεύθυνης δήλωσης εντός το αργότερο ενός (1) μηνός από την έκδοση της διοικητικής πράξης. Οι υπηρεσίες από τις οποίες αναζητούνται αυτεπαγγέλτως τα δικαιολογητικά, σύμφωνα με τις περ. α) και β) του τρίτου εδαφίου, υποχρεούνται να τα αποστέλλουν το αργότερο εντός ενός (1) μηνός. Σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας τήρησης της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, ενημερώνουν αιτιολογημένα την αρμόδια υπηρεσία που τα αναζητεί και πάντως εντός της προθεσμίας αυτής. Αν, η αρμόδια υπηρεσία, μετά από τον έλεγχο της ακρίβειας της υπεύθυνης δήλωσης, διαπιστώσει ότι αυτή είναι ανακριβής: α) ανακαλεί τη διοικητική πράξη με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα, β) επιβάλλει, στην περίπτωση της διοικητικής πράξης που εκδόθηκε σύμφωνα με την περ. α) του τρίτου εδαφίου, διοικητικό πρόστιμο από δύο χιλιάδες (2.000) έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με το όφελος που αποκόμισε ο ενδιαφερόμενος, γ) καταλογίζει στον αιτούντα τη δαπάνη που έχει καταβληθεί αχρεωστήτως, σύμφωνα με την περ. β) του τρίτου εδαφίου και επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ισόποσο με την καταλογισθείσα δαπάνη, δ) επιβάλλει, στην περίπτωση που η διοικητική πράξη, εάν είχε εκδοθεί, θα προκαλούσε δαπάνη σε βάρος του Δημοσίου, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με την περ. β) του τρίτου εδαφίου, διοικητικό πρόστιμο ισόποσο με τη δαπάνη που θα είχε προκληθεί, ε) γνωστοποιεί στην αρμόδια Εισαγγελία την τέλεση του ποινικού αδικήματος της υποβολής ψευδούς δήλωσης της παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986 και στ) ενημε-ρώνει το κεντρικό μητρώο της παρ. 7 για την ανάκληση της διοικητικής πράξης. Για τους σκοπούς υπολογισμού του οικονομικού οφέλους που αποκόμισε ο ενδιαφερόμενος από τη διοικητική πράξη της περ. α) του τρίτου εδαφίου, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων χορηγεί στην αρμόδια για την επιβολή του προστίμου υπηρεσία, κάθε αναγκαίο στοιχείο και πληροφορία, όπως στοιχεία φορολογικών και πληροφοριακών δηλώσεων και στοι-χεία μητρώου, κατά παρέκκλιση κάθε διάταξης για την προστασία του απορρήτου. Τα πρόστιμα της παρούσας βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). Παράλειψη της υποχρέωσης έκδοσης διοικητικής πράξης σε εφαρμογή της παρούσας, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τους αρμόδιους υπαλλήλους και τους Προϊσταμένους τους κατά το άρθρο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26).» ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E Τεύχος A’ 57/07.04.2026 2268 2. Στο άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας προστίθενται παρ. 7, 8 και 9 ως εξής: «7. Στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης συστήνεται και λειτουργεί κεντρικό μητρώο καταχώρισης των ανα-κληθεισών διοικητικών πράξεων της παρ. 6. Υπεύθυνος επεξεργασίας του μητρώου ορίζεται ο φορέας στον οποίο ανήκει ή εποπτεύει την υπηρεσία που εκδίδει ή ανακαλεί την πράξη. 8. Η αρμόδια υπηρεσία δεν ικανοποιεί το αίτημα του ενδιαφερομένου στις εξής περιπτώσεις: α) αν το αίτημα είναι απορριπτέο για λόγο που δεν σχετίζεται με τα στοιχεία της παρ. 6, β) αν η υπεύθυνη δήλωση είναι προδήλως ανακριβής ή αν η ανακρίβεια προκύπτει από στοιχεία που η αρμόδια αρχή διαθέτει κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, γ) αν αρμόδια αρχή έχει ήδη ανακαλέσει διοικητική πράξη που εκδόθηκε μετά από υποβολή υπεύθυνης δήλωσης του ενδιαφερόμενου σύμφωνα με την παρ. 6. 9. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η οποία εκδίδεται εντός ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος, συστήνεται το μητρώο της παρ. 7 και ορίζονται: α) τα τηρούμενα στο μητρώο στοιχεία, β) τα ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις, τους χρήστες, τους όρους χρήσης και τον τρόπο ενημέρωσης του μητρώου, γ) οι απαιτούμενες διαλειτουργικότητες με άλλα πλη-ροφοριακά συστήματα και μητρώα του δημόσιου τομέα, δ) τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και ε) κάθε τεχνικό και λεπτομερειακό θέμα για τη λειτουργία του μητρώου.» 3. Η έκδοση της απόφασης της παρ. 9 του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 4 Σύμπραξη της Διοίκησης με πιστοποιημένους επαγγελματίες - Προσθήκη άρθρου 3Α στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας - Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45) προστίθεται άρθρο 3Α ως εξής: «Άρθρο 3Α Σύμπραξη της Διοίκησης με πιστοποιημένους επαγγελματίες 1. Οι φορείς του πρώτου εδαφίου του άρθρου 1 δύναται να διαπιστώνουν τη συνδρομή των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοση μιας διοικητικής πράξης, με βάση βεβαιώσεις, εκθέσεις, σχέδια αποφάσεων ή άλλα έγγραφα που εκδίδουν επαγγελματίες για γεγονότα ή στοιχεία που είναι συναφή με την άσκηση του επαγγέλματός τους. Οι φορείς του πρώτου εδαφίου πιστοποιούν ότι οι επαγγελματίες διαθέτουν αποδεδειγ-μένα τα αναγκαία προσόντα, την κατάλληλη εξειδίκευση και εμπειρογνωμοσύνη για την εκτέλεση του έργου που τους ανατίθεται. Οι πιστοποιημένοι επαγγελματίες εγγράφονται σε ειδικό μητρώο που τηρείται από τους φορείς που τους πιστοποίησαν, αποκτούν πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία και δεδομένα που απαιτούνται για την εκτέλεση του έργου που τους ανατίθεται και εκδίδουν βεβαιώσεις, εκθέσεις, σχέδια αποφάσεων ή άλλα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη ως προς τα στοιχεία που εμπεριέχονται σε αυτά ενώπιον των φορέων που τους έχουν πιστοποιήσει. Οι υπάλληλοι που εκδίδουν διοικητικές πράξεις με βάση τις βεβαιώσεις, εκθέ-σεις, σχέδια αποφάσεων ή άλλα έγγραφα πιστοποιημένων επαγγελματιών δεν φέρουν ευθύνη για εγγραφές και ενδείξεις των πράξεων που οφείλονται σε σφάλματα των βεβαιώσεων, εκθέσεων, σχεδίων αποφάσεων ή άλλων εγγράφων. 2. Οι φορείς που πιστοποιούν επαγγελματίες πραγματοποιούν υποχρεωτικά δειγματοληπτικό έλεγχο σε ποσοστό τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%) επί των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται βάσει βεβαιώσε-ων, εκθέσεων, σχεδίων αποφάσεων ή άλλων εγγράφων πιστοποιημένων επαγγελματιών. Αν ένας φορέας διαπιστώσει την έκδοση μίας (1) τουλάχιστον εσφαλμένης βεβαίωσης, έκθεσης, σχεδίου απόφασης ή άλλου εγγράφου, εκτός προφανών παραδρομών, από πιστοποιημένο επαγγελματία, ανακαλεί την πιστοποίηση του επαγγελματία, τον διαγράφει από το ειδικό μητρώο πιστοποιημένων επαγγελματιών του, τον αποκλείει για έως πέντε (5) έτη από την απόκτηση πιστοποίησης και του επιβάλλει πρόστιμο από χίλια (1.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κάθε εσφαλμένη βεβαίωση, έκθεση, σχέδιο απόφασης ή άλλο έγγραφο που αυτός εξέδωσε. 3. Οι πιστοποιημένοι επαγγελματίες δύνανται να ασκούν το έργο τους μετά από ανάθεση από διοικούμενους με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α’ 75) που απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα. Το άρθρο 7, περί αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων, εφαρμόζεται και για τους πιστοποιημένους επαγγελματίες. 4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρ-μόδιου Υπουργού καθορίζονται το κατ’ αποκοπήν ποσό της αποζημίωσης που καταβάλλεται από τον φορέα στους πιστοποιημένους επαγγελματίες ανάλογα με το έργο που τους ανατίθεται, οι προϋποθέσεις και ο τρόπος ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E 2269 Τεύχος A’ 57/07.04.2026 καταβολής της αποζημίωσης αυτής, καθώς και ο τρόπος αποτύπωσής της στα βιβλία του πιστοποιημένου επαγγελματία. 5. Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού δύναται να ορίζονται: α) η κατηγορία και ο ανώτατος αριθμός των επαγγελματιών που δύναται να πιστοποιηθούν, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την πιστοποίησή τους, καθώς και οι λόγοι αποκλεισμού τους, β) τα αναγκαία προσόντα για την πιστοποίηση των επαγγελματιών, η κατάλληλη εξειδίκευση και εμπειρο-γνωμοσύνη αυτών, καθώς και ο τρόπος απόδειξής τους, γ) αν απαιτείται επιμόρφωση των επαγγελματιών, η ύλη, το πρόγραμμα επιμόρφωσης, ο φορέας επιμόρ-φωσης, καθώς και οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία επιμόρφωσης, δ) η χρονική διάρκεια της πιστοποίησης των επαγγελματιών, ε) οι λεπτομέρειες για τη διαπίστωση της έναρξης λειτουργίας του ειδικού μητρώου πιστοποιημένων επαγ-γελματιών, την εγγραφή των πιστοποιημένων επαγγελματιών σε αυτό, τους λόγους διαγραφής από αυτό, και, αν το έργο δύναται να ανατεθεί από διοικουμένους, οι λεπτομέρειες για την πρόσβαση των διοικουμένων σε αυτό, στ) οι κατηγορίες των διοικητικών πράξεων που μπορούν να εκδίδονται βάσει βεβαιώσεων, εκθέσεων, σχεδίων αποφάσεων ή άλλων εγγράφων πιστοποιημένων επαγγελματιών, ζ) η διαδικασία για την ανάθεση προς τον πιστοποιημένο επαγγελματία του έργου από τον φορέα ή από τον διοικούμενο, η) πρότυπα βεβαιώσεων, εκθέσεων, σχεδίων αποφάσεων ή άλλων εγγράφων που εκδίδονται από τους πιστοποιημένους επαγγελματίες, θ) ο ανώτατος αριθμός υποθέσεων που μπορούν να χειρίζονται ταυτόχρονα οι πιστοποιημένοι επαγγελ-ματίες, καθώς και o ανώτατος αριθμός βεβαιώσεων, εκθέσεων, σχεδίων αποφάσεων ή άλλων εγγράφων που δύναται να εκδίδει ο ίδιος πιστοποιημένος επαγγελματίας σε ετήσια βάση, ι) οι αρμόδιοι υπάλληλοι που θα συνεργάζονται με τους πιστοποιημένους επαγγελματίες και θα τους χο-ρηγούν τα αναγκαία στοιχεία από τα αρχεία του φορέα για την εκτέλεση του έργου τους, ια) οι υποχρεώσεις των πιστοποιημένων επαγγελματιών έναντι του φορέα και των διοικουμένων, σε περί-πτωση που η ανάθεση γίνεται από αυτούς, ιβ) τα κριτήρια επιβολής των κυρώσεων που επιβάλλονται στους πιστοποιημένους επαγγελματίες, σύμ-φωνα με την παρ. 2 του παρόντος, ιγ) τα είδη, τα κριτήρια και ο αριθμός των ελέγχων επί των βεβαιώσεων, εκθέσεων, σχεδίων αποφάσεων ή άλλων εγγράφων, ιδ) μέτρα πρόνοιας για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, ιδίως όταν η αμοιβή του πιστοποιημένου επαγγελματία καταβάλλεται από τον διοικούμενο, και ιε) κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.»
Άρθρο 5 Ψηφιακή ενημέρωση για τη διεκπεραίωση υποθέσεων των διοικουμένων -Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας - Εξουσιοδοτική διάταξη
Στην παρ. 5 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45): α) διαγράφονται οι λέξεις «κατά τις ρυθμίσεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 5 του ν. 1943/1991 (Α’ 50)», β) προστίθενται νέα εδάφια, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: «5. Η υπηρεσία στην οποία υποβάλλεται η αίτηση χορηγεί στον ενδιαφερόμενο απόδειξη παραλαβής όπου περιλαμβάνονται ο οικείος αριθμός πρωτοκόλλου, η προθεσμία εντός της οποίας υφίσταται υποχρέωση προς διεκπεραίωση της υπόθεσης, καθώς και η επισήμανση ότι, σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που καθορίζονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος, παρέχεται δυνατότητα αποζημίωσης. Στον ενδιαφερόμενο χορηγείται μοναδικός κωδικός ή άλλο πρόσφορο ηλεκτρονικό μέσο, το οποίο του παρέχει προσωποποιημένη πρόσβαση στο κεντρικό σημείο τήρησης ιστορικού των υποθέσεών του, όπου μπορεί να παρακολουθεί την πορεία της υπόθεσης προς διεκπεραίωση σε κάθε στάδιο αυτής. Τα στοιχεία, στα οποία έχει πρόσβαση ο ενδιαφερόμενος, περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής: α) την πληροφορία ότι ο φάκελός του κατατέθηκε με πλήρη δικαιολογη-τικά, β) το διαδικαστικό στάδιο της υπόθεσης, γ) τον εκτιμώμενο χρόνο διεκπεραίωσής της, δ) την υπηρεσιακή μονάδα που είναι αρμόδια για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης, και ε) στοιχεία επικοινωνίας, τηλεφωνικό αριθμό και ηλεκτρονική διεύθυνση, μέσω των οποίων ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικοινωνεί με την υπηρεσιακή μονάδα που χειρίζεται την υπόθεση στο αντίστοιχο στάδιο. Παράλειψη της υποχρέωσης της παρούσας συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τους αρμόδιους υπαλλήλους και τους Προϊσταμένους τους κατά το άρθρο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26). Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα και, ιδίως: α) ο τρόπος ηλεκτρονικής πρόσβασης του ενδιαφερόμενου, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E Τεύχος A’ 57/07.04.2026 2270 β) ο τρόπος ταυτοποίησης του ενδιαφερόμενου κατά τη χρήση του κεντρικού σημείου υποθέσεων του πολίτη, γ) ο τρόπος χορήγησης του μοναδικού αριθμού ή του πρόσφορου μέσου για την παρακολούθηση της πορείας της υπόθεσης, και δ) κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη λειτουργία της ειδικής ηλεκτρονικής εφαρμογής καταχώρισης στοιχείων για τη διεκπεραίωση υποθέσεων των διοικουμένων.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΡΟΣ ΠΟΛΙΤΕΣ - ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ Άρθρο 6 Υποχρεωτική ανάρτηση εγκυκλίων οδηγιών - Προσθήκη άρθρου 5Α στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας
Στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45) προστίθεται άρθρο 5Α ως εξής: «Άρθρο 5Α Υποχρεωτική ανάρτηση εγκυκλίων οδηγιών 1. Εκτός από την υποχρεωτική ανάρτηση που προβλέπεται στην περ. (ε) της παρ. 3 του άρθρου 76 του ν. 4727/2020 (Α’ 184), περί πεδίου εφαρμογής ψηφιακής διαφάνειας, οι εγκύκλιες οδηγίες που εκδίδονται από δημόσιες υπηρεσίες, υπό την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 5 του παρόντος, αναρτώνται αμελλητί σε ιστοσε-λίδα του φορέα. Κατά παρέκκλιση της παρ. 2 του άρθρου 78 του ν. 4727/2020, περί ισχύος των πράξεων, οι εγκύκλιες οδηγίες του πρώτου εδαφίου δεν ισχύουν πριν από την ανάρτησή τους στον διαδικτυακό τόπο του προγράμματος «Διαύγεια» και στην ιστοσελίδα του φορέα. 2. Υπό τον συντονισμό της αρμόδιας για τη διοικητική υποστήριξη του φορέα οργανικής μονάδας, τα όργανα που εκδίδουν εγκύκλιες οδηγίες της παρ. 1: α) αναρτούν τις εγκύκλιες οδηγίες στην ιστοσελίδα του φορέα σε κατηγορίες, με βάση τη θεματική τους συνάφεια και β) προσδιορίζουν με διακριτό τρόπο τις εγκύκλιες οδηγίες ή τα τμήματα αυτών που δεν ισχύουν μετά από τροποποίηση της κείμενης νομοθεσίας.»
Άρθρο 7 Ψηφιακή ενημέρωση για ωράρια δημοσίων φορέων - Προσθήκη άρθρου 5Β στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας
Στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45) προστίθεται άρθρο 5Β ως εξής: «Άρθρο 5Β Ψηφιακή ενημέρωση για ωράρια δημοσίων φορέων 1. Κάθε δημόσιος φορέας, με μέριμνα της αρμόδιας για τη διοικητική υποστήριξή του οργανικής μονάδας, τηρεί στην ιστοσελίδα του διαρκώς αναρτημένα τα ωράρια λειτουργίας του, καθώς και τα ωράρια υποδοχής κοινού, δικηγόρων και άλλων κατηγοριών ενδιαφερομένων για τις οποίες ισχύουν ειδικά ωράρια. Στην ανάρ-τηση επισημαίνονται οι αργίες και οι λοιπές ημέρες και ώρες, κατά τις οποίες η υπηρεσία δεν λειτουργεί ή δεν δέχεται κοινό, δικηγόρους ή άλλες κατηγορίες ενδιαφερομένων. 2. Εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι δημόσιοι φορείς προβαίνουν σε ψηφιακή ανάρτηση των ωραρίων λειτουργίας τους. 3. Παράλειψη της υποχρέωσης των παρ. 1 και 2 συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τους αρμόδιους υπαλλήλους και τους προϊσταμένους τους κατά το άρθρο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26).»
Άρθρο 8 Διοικητικός μηχανισμός για τη συμμόρφωση της Διοίκησης με δικαστικές αποφάσεις - Προσθήκη άρθρου 10Α στον ν. 4795/2021
Στον ν. 4795/2021 (Α’ 62) προστίθεται άρθρο 10Α ως εξής: «Άρθρο 10Α Συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις 1. Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 10, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου διασφαλίζουν ότι ο φο-ρέας, στον οποίον υπάγονται, συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 (Α’ 274), χωρίς να απαιτείται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στον ν. 3068/2002. Προκειμένου ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E 2271 Τεύχος A’ 57/07.04.2026 να ασκηθεί αυτή η αρμοδιότητα, οι δικαστικές αποφάσεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα ή, αν κοινοποιηθούν σε άλλη οργανική μονάδα του φορέα, διαβιβάζονται αμελλητί στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία: α) αν η απόφαση επιδικάζει χρηματικό ποσό, ειδοποιεί την αρμόδια Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπη-ρεσιών των άρθρων 24 και 25 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), στην οποία και διαβιβάζει αμελλητί την απόφαση για τις νόμιμες ενέργειες, β) αν η απόφαση αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, διαβιβάζει αυτήν στις οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα για τη συμμόρφωση, παρέχοντας κατευθύνσεις για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης, γ) παρακολουθεί τη συμμόρφωση και ενημερώνει σχετικά τον Υπουργό και τον Υπηρεσιακό Γραμματέα ή το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα, κατά περίπτωση, και τον ενδιαφερόμενο για την πορεία της, και δ) επισημαίνει στα πειθαρχικώς προϊστάμενα όργανα παραλείψεις υπαλλήλων σε σχέση με τη συμ-μόρφωση προς τη δικαστική απόφαση, για να διερευνηθεί αν οι παραλείψεις αυτές συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα. 2. Η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου παρακολουθεί τη συνολική συμμόρφωση του φορέα στις δικαστικές αποφάσεις, διαπιστώνει συστημικά προβλήματα και διατυπώνει εισηγήσεις για την επίλυσή τους.»
Άρθρο 9 Υποβολή και παρακολούθηση καταγγελιών για διαφθορά ή κακοδιοίκηση -Προσθήκη άρθρου 24Α και παρ. 1Α στο άρθρο 80 του ν. 4795/2021
- Στον ν. 4795/2021 (Α’ 62) προστίθεται άρθρο 24Α ως εξής: «Άρθρο 24Α Υποβολή και παρακολούθηση καταγγελιών για διαφθορά ή κακοδιοίκηση 1. Το Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας ορίζεται ως η οργανική μονάδα, στην οποία υποβάλ-λονται καταγγελίες για διαφθορά ή κακοδιοίκηση των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα, όπως ενδεικτικά για υπέρμετρες καθυστερήσεις κατά την ικανοποίηση αιτημάτων ή εν γένει κακή εξυπηρέτηση ή ανάρμοστη συμπεριφορά σε βάρος των πολιτών και τις οποίες διαχειρίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4 του παρόντος. Οι καταγγελίες του πρώτου εδαφίου μπορούν να υποβάλλονται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής εφαρμογής, στην οποία έχει πρόσβαση αποκλειστικά το Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας. Καταγγελίες που υπο-βάλλονται σε άλλη οργανική μονάδα διαβιβάζονται αμελλητί στο Αυτοτελές Γραφείο του πρώτου εδαφίου, μη θιγομένων των αρμοδιοτήτων των πειθαρχικών οργάνων. 2. Αν καταγγέλλεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, ο Σύμβουλος Ακεραιότητας διαβιβάζει την καταγγελία αμελλητί στον πειθαρχικώς προϊστάμενο του καταγγελλόμενου υπαλλήλου. Αν καταγγέλλεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος, ο Σύμβουλος Ακεραιότητας διαβιβάζει την καταγγελία αμελλητί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή. Σε κάθε περίπτωση, ο Σύμβουλος Ακεραιότητας διαβιβάζει την καταγγελία και στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. 3. Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας παρακολουθεί τη διαδικασία διερεύνησης της καταγγελίας. 4. Όποιος υποβάλλει καταγγελία της παρ. 1, παρέχοντας το όνομα και τον προσωπικό του αριθμό, μπορεί να λάβει μοναδικό κωδικό πρόσβασης, προκειμένου να πληροφορείται, από τον Σύμβουλο Ακεραιότητας, την πορεία εξέτασης της καταγγελίας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικη-τικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), και να λαμβάνει αιτιολογημένη απάντηση επί της καταγγελίας του. Τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο κατόπιν αιτήματός του για την άσκηση κάθε νομίμου δικαιώματός του. 5. Η υποδοχή και διαχείριση καταγγελιών για διαφθορά ή κακοδιοίκηση που αφορούν στις αυτοτελείς υπηρεσίες και τα εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που δεν έχουν συστήσει Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας γίνονται από το αντίστοιχο Γραφείο του εποπτεύοντος φορέα.» 2. Στο άρθρο 80 του ν. 4795/2021, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων του Μέρους Β’, προστίθεται παρ. 1Α ως εξής: «1Α. Με κοινή απόφαση του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και του Υπουργού Ψηφιακής Διακυ-βέρνησης καθορίζονται τα στοιχεία που τηρούνται στην ειδική ηλεκτρονική εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 24Α, οι χρήστες, ο τρόπος πρόσβασης, καθώς και κάθε τεχνικό και λεπτομερειακό θέμα για τη λειτουργία της.» 3. Η λειτουργία της εφαρμογής της παρ. 1 και η έκδοση της απόφασης της παρ. 1Α του άρθρου 80 του ν. 4795/2021 δεν αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E Τεύχος A’ 57/07.04.2026 2272
Άρθρο 10 Ενιαία εφαρμογή νομοθεσίας επί ενδικοφανών προσφυγών - Προσθήκη άρθρου 25Α στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας
Στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45) προστίθεται άρθρο 25Α ως εξής: «Άρθρο 25Α Ενιαία εφαρμογή νομοθεσίας επί ενδικοφανών προσφυγών 1. Οι ενδικοφανείς προσφυγές της παρ. 2 του άρθρου 25, που υποβάλλονται ενώπιον φορέων του πρώ-του εδαφίου του άρθρου 1, εξετάζονται υποχρεωτικά από ενιαίο κεντρικό όργανο εξέτασης προσφυγών του εκάστοτε φορέα, το οποίο μπορεί να αποτελείται από περισσότερα κλιμάκια. 2. Δεν επιτρέπεται η εξέταση ενδικοφανών προσφυγών από όργανα με καθορισμένη τοπική αρμοδιότητα. 3. Η χρήση ηλεκτρονικών μέσων τεχνολογίας, πληροφορίας και επικοινωνιών (ΤΠΕ) (τηλεδιάσκεψη) για τη διεξαγωγή της συνεδρίασης των οργάνων της παρ. 1, παρέχεται ως δυνατότητα στον διοικούμενο, σε περί-πτωση που η ενδικοφανής προσφυγή έχει υποβληθεί σε περιφερειακή υπηρεσία του φορέα, προκειμένου να επιλέξει εάν θα συμμετέχει στη συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης ή με αυτοπρόσωπη παρουσία. 4. Οι ενδικοφανείς προσφυγές δύνανται να υποβάλλονται και ηλεκτρονικά μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης (gov.gr). 5. Με αποφάσεις των οργάνων διοίκησης των φορέων της παρ. 1, συστήνονται νέα κεντρικά όργανα εξέτα -σης ενδικοφανών προσφυγών και καταργούνται ή συγχωνεύονται σε ενιαία κεντρικά όργανα, προϋφιστάμενα τοπικά όργανα. Με τις ίδιες αποφάσεις καθορίζεται ο τρόπος συγκρότησης, η σύνθεση των οργάνων αυτών, στα οποία δύνανται να προεδρεύουν και να συμμετέχουν λειτουργοί του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους μετά από σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η σύγκλησή τους, η διαδικασία υποβολής και εξέτασης των προσφυγών, η συχνότητα και ο τρόπος διεξαγωγής των συνεδριάσεων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία των νέων οργάνων, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας τους με τη χρήση των ΤΠΕ του ν. 4727/2020 (Α’ 184). Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού δύναται να καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, αμοιβή ή αποζημίωση των συμμετεχόντων στα όργανα αυτά. 6. Το παρόν άρθρο δεν καταλαμβάνει τους φορείς, στους οποίους υφίσταται ήδη κεντρικό όργανο εξέτα-σης ενδικοφανών προσφυγών, καθώς και τους φορείς εξέτασης ενδικοφανών προσφυγών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4495/2017 (Α’ 167). 7. Οι φορείς της παρ. 1 εκδίδουν τις αποφάσεις της παρ. 5 το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Μετά την 1η Ιανουαρίου 2027 δεν εξετάζονται ενδικοφανείς προσφυγές από όργανα με καθορισμένη τοπική αρμοδιότητα.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ ΜΗ ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΑΠΟ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ Άρθρο 11 Μη άσκηση ένδικων μέσων από τους Φορείς Κεντρικής Κυβέρνησης σε αποφάσεις επί υποθέσεων με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία
- Οι φορείς Κεντρικής Κυβέρνησης της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143) δεν ασκούν ένδικα μέσα κατά οριστικών αποφάσεων πολιτικών και τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως προς το κεφάλαιο με το οποίο επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες που αποτελούν, κατά την έννοια του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), μέλη της οικογένειας προσώπων που απεβίωσαν, καθώς και ως προς το κεφάλαιο με το οποίο επιδικάζεται στους ενάγοντες που υπέστησαν βλάβη υγείας, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή χρηματική παροχή του άρθρου 931 του Αστικού Κώδικα, επί υποθέσεων με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία. 2. Ως υποθέσεις με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία δύναται να χαρακτηρίζονται υποθέσεις όπου, ως συνέπεια παράνομων πράξεων ή παραλείψεων οργάνων του Κράτους, ένα (1) ή περισσότερα πρόσωπα απεβίωσαν ή υπέστησαν βλάβη του σώματος ή της υγείας τους, σε περιπτώσεις: α) μείζονος φυσικής, τεχνολογικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής, β) δυστυχήματος σε δημόσια κτήρια ή εγκαταστάσεις ή υποδομές ή σε μέσα μαζικής μεταφοράς, και γ) τρομοκρατικής επίθεσης. 3.
Το κείμενο συνεχίζεται στο πλήρες έγγραφο της Βουλής.
Πλήρη έγγραφα
Αξιολογήστε στο ekklesia.gr →
Χρησιμοποιήστε την κλίμακα συναίνεσης (-5 έως +5) για να εκφράσετε τη γνώμη σας.
Αυτό το θέμα δημιουργήθηκε αυτόματα από το σύστημα ekklesia.